Σαν Αδέρφια
Homebound
Δυο νεαροί φίλοι που ζουν σε ένα χωριό της Βόρειας Ινδίας, αποφασίζουν να δώσουν μαζί εξετάσεις προκειμένου να γίνουν αστυνομικοί, εξασφαλίζοντας έτσι μια καλύτερη ζωή, όταν η πραγματικότητα θα αποδειχθεί εξαιρετικά σκληρή για τα προσωπικά τους όνειρα.
Το «Σαν Αδέλφια» του Νιράτζ Γκαϊγουάν που μας έρχεται από την Ινδία, αποτελεί ένα καθαρόαιμο κοινωνικό δράμα που θέτει στο επίκεντρο τη φιλία και τις ξεχωριστές οικογενειακές ιστορίες δυο ανδρών που επιμένουν να ελπίζουν μέσα στη φτώχια και την ανέχεια της καθημερινότητάς τους.
Ο Τσαντάν και ο Μοχάμεντ είναι μεγαλωμένοι σαν αδέλφια, φίλοι κολλητοί από τα μικράτα τους. Η ζωή τους δεν υπήρξε ποτέ εύκολη, αφού πέρα από τις δυσκολίες που διαχρονικά αντιμετωπίζει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που παλεύει διαρκώς να επιβιώσει στα όρια της πείνας, είναι αναγκασμένοι να ζουν και εντός των αυστηρά οριοθετημένων πλαισίων που καθορίζονται από τις κάστες τους. Όταν το επάγγελμα του αστυνομικού διαφανεί ως η μοναδική καλή ευκαιρία για να ξεφύγουν από την οικονομική ένδεια, οι δυο τους θα δώσουν εξετάσεις ελπίζοντας σε ένα διαφορετικό μέλλον, όμως οι δυσχέρειες για τους ίδιους και τις οικογένειές τους, δεν έχουν ακόμα τελειώσει.
Βαρύ, παραδοσιακής κοπής δράμα που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, το «Σαν Αδέλφια» είναι μια ταινία που μάλλον θα δυσκολευτεί να βρει το κοινό της στις αίθουσες, όχι γιατί δεν είναι μια αντικειμενικά καλή ταινία, αλλά γιατί οριακά αγγίζει τα περιθώρια της ντοκιμαντερίστικης καταγραφής και η αλήθεια είναι πως σε μια τόσο δυστοπική περίοδο, όπως αυτή που διανύουμε, το τελευταίο πράγμα που μάλλον θα αποζητήσει κανείς, είναι η απελπισία τούτου του φιλμ.
Αφηγηματικά η ταινία ακολουθεί από κοντά τις ιστορίες των δυο πρωταγωνιστών, χωρίς να ωραιοποιεί καταστάσεις, με τον Γκαϊγουάν να δίνει μια ξεκάθαρη εικόνα των κοινωνικών ανισοτήτων και της οικονομικής αντιξοότητας που βιώνεται από τον λαό της Ινδίας. Εκεί εντοπίζεται ουσιαστικά και το πρόβλημα στην πλοκή, στο γεγονός πως τα πάντα μοιάζουν προκαθορισμένα από νωρίς μέσα στην ταινία, με την υπόθεση να μην αφήνει περιθώριο στον θεατή να μαντέψει μια διαφορετική δραματουργική εξέλιξη.
Πρόκειται για ένα πλαίσιο που δραματουργικά δεν αλλάζει καθόλου από την αφετηρία της υπόθεσης. Οι δυο ήρωες υποφέρουν στην αρχή, στο ενδιάμεσο, αλλά και στο τέλος, καλούμενοι να αντιμετωπίσουν τη γραφειοκρατία, τις περιορισμένες θέσεις εργασίας, τον κοινωνικό χλευασμό και σύντομα το ξέσπασμα της πανδημίας.
Η ταινία δίνει μια ζοφερή ματιά στον τρόπο με τον οποίο άλλες χώρες αντιμετώπισαν την απρόσμενη εμφάνιση ενός γεγονότος που για τους περισσότερους ανήκε στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας, δεδομένου πως καμία κυβέρνηση δεν φάνηκε να είναι έτοιμη να αποτρέψει αποτελεσματικά την εξάπλωση μιας θανατηφόρας πανδημίας, πόσο μάλλον μια χώρα με πληθυσμό που ξεπερνάει το ένα δισεκατομμύριο.
Υπό το πρίσμα μιας παγκόσμιας, εφιαλτικής πραγματικότητας, η ταινία του Γκαϊγουάν παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον ως προς το πως επικεντρώνεται στην προσπάθεια για επιβίωση δυο νεαρών από την Ινδία, ποτέ όμως δεν αποκτά δική της υπόσταση ως προσωποκεντρικό δράμα, πολύ απλά γιατί απουσιάζει η οποιαδήποτε χειροπιαστή εξέλιξη και μεταστροφή των πρωταγωνιστών, καθιστώντας έτσι τις ιστορίες τους (την ιστορία τους) μια αέναη ταλαιπωρία δίχως λύτρωση και αισιοδοξία για το μέλλον. Αν μη τι άλλο το τάιμινγκ της κυκλοφορίας αυτής της ταινίας, είναι ένα πρόβλημα από μόνο του.











