Κάννες 2026: Με το «Paper Tiger» ο Τζέιμς Γκρέι επιστρέφει στις ρίζες του - νεα , ειδησεις || cinemagazine.gr
9:13
20/5

Κάννες 2026: Με το «Paper Tiger» ο Τζέιμς Γκρέι επιστρέφει στις ρίζες του

Ο φορμαρισμένος Τζέιμς Γκρέι επιστρέφει στο Φεστιβάλ των Καννών με ένα λαμπερό επιτελείο ηθοποιών (Μάιλς Τέλερ, Άνταμ Ντράιβερ, Σκάρλετ Γιόχανσον), συγκεντρώνοντας αρκετές πιθανότητες για κάποιο μεγάλο βραβείο.

Από τον Θοδωρή Καραμανώλη

Βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1986 και το Κουίνς της Νέας Υόρκης, ακολουθώντας δύο αδέρφια ονόματι Περλ. Ο Γκάρι είναι ένας «περπατημένος» πρώην αστυνομικός με πολλές διασυνδέσεις κι ο Ίργουιν ένας οικογενειάρχης εργολάβος. Με προτροπή του πρώτου κυνηγούν μια επιχειρηματική ευκαιρία που μοιάζει πολύ καλή για να είναι αληθινή. Μια εταιρεία εισαγωγών χρειάζεται βοήθεια για τη διαχείριση των λυμάτων της. Στα παράκτια γραφεία της όλοι μιλάνε ρώσικα και εξαρχής επικρατεί μια καχυποψία απέναντι στα δύο αδέρφια. Ένα μοιραίο βράδυ, ο Ίργουιν μαζί με τους δυο του γιους θα γίνουν μάρτυρες στις παράνομες δραστηριότητές της, γεγονός που φέρνει ολόκληρη την οικογένεια Περλ σε θανάσιμη αντιπαράθεση με τη ρώσικη μαφία.

Με το «Paper Tiger» ο Τζέιμς Γκρέι επιστρέφει στο μοτίβο που τον καθιέρωσε. Απόγονος Σοβιετικών μεταναστών ο Ουκρανοεβραίος στην καταγωγή σκηνοθέτης, αφηγείται για τέταρτη φορά στην καριέρα του μια αστυνομική ταινία τοποθετημένη στην ανατολική Ν. Υόρκη. Επισημαίνουμε την καταγωγή γιατί η επιρροή της και το αυτοβιογραφικό στοιχείο παίζουν σημαντικό ρόλο στις καλύτερες δουλειές του. Όποιος έχει δει τις τρεις πρώτες ταινίες του («Μικρή Οδησσός», «The Yards», «Η Νύχτα Μας Ανήκει») έχει ήδη μια πολύ καλή αίσθηση του τι να περιμένει από το «Paper Tiger». Οι γειτονιές του Κουίνς και του γειτονικού Μπρούκλιν των 80s ζωντανεύουν μέσα από βαθιά προσωπική γεωγραφία, πέρα από τα φώτα της πόλη, σε μια νυχτερινή αναζήτηση που αποκαλύπτει μια αφιλτράριστη όψη ενός κινηματογραφικά σαγηνευτικού υποκόσμου.

Στο σκηνικό αυτό απλώνεται μια μικρή τραγωδία, καθώς ο Γκρεί σπρώχνει τους χαρακτήρες του σε ένα μελοδραματικό σχεδόν ντόμινο, σε μια λογική διαδοχή όπου το ένα σφάλμα φέρνει το επόμενο. Εξελίξεις που πιέζουν η μία την άλλη για να κορυφωθούν σε ένα φινάλε που αναγάγει το χαρακτήρα του Άνταμ Ντράιβερ στον τραγικότερο αντι-ήρωα που έπλασε ποτέ ο σκηνοθέτης (σε ισοπαλία με τον πρωταγωνιστή του αξεπέραστου «Two Lovers»). Ο τελευταίος μαζί με τους Τέλερ και Γιόχανσον παραδίδουν σεμιναριακές ερμηνείες, παίζοντας με ακρίβεια το ρόλο που τους αναλογεί. Τίποτα λιγότερο, τίποτα παραπάνω γιατί όπως συμβαίνει στις καλύτερες ταινίες του Γκρέι, τα πάντα έρχονται σε απόλυτη ισορροπία. Κανένα από τα δομικά επιμέρους της δουλειάς του δεν υπονομεύει και δεν επισκιάζει τη σκηνοθεσία του.

Κάπου εδώ τελειώνει η «κριτική» κι αρχίζει το μανιφέστο, γιατί όσο να πει κανείς υπάρχει ένα soft spot για τη σκηνοθεσία του εν λόγω κυρίου. Ο Τζέιμς Γκρέι έχει καταφέρει να επιβάλει εαυτόν σε μια εποχή που το σινεμά και δη το αμερικανικό απαιτούσε από τους σκηνοθέτες του να αλλάξουν. Κι όταν λέμε εαυτόν, εννοούμε μια απολύτως ακαδημαϊκή διαδικασία - όχι ακαδημαϊκή με την έννοια που χρησιμοποιούμε συνήθως στην κριτική και ταυτίζεται με το τετριμμένο, αλλά μ' αυτή που προέρχεται από τη σπουδή και την εφαρμογή του κινηματογράφου όπως διαιωνίζεται απ' όσους τον κατέχουν. Τα πάντα στις ταινίες του μοιάζουν εξαντλητικά μετρημένα. Τα κρίσιμα σημεία της αφήγησής του καταφθάνουν με χειρουργική χρονική ακρίβεια. Η mise en scène του ακολουθεί τα χτυπήματα ενός μετρονόμου, χρονισμένου σε χαμηλές ταχύτητες για να ταιριάξει με την αύρα ενός ενήλικου, μεστού δράματος.

Δεν είναι ζήτημα ταλέντου αλλά ιδιοσυγκρασίας, μιας επιμονής στο ακαδημαϊκά σωστό σινεμά. Γι' αυτό και οι ταινίες του δεν έχουν λάθη, δεν έχουν όμως και καμία σκηνοθετική παρέκκλιση που τις ξεκολλήσει απ' το ορθολογικό, προς το εντυπωσιακό ή το αναπάντεχο. Αν εξαιρέσουμε τις πιο «περιπετιώδεις» αναζητήσεις του («Ad Astra», «The Lost City of Z»), τα αεροστεγή σενάριά του βρίσκουν τις καλύτερες δυνατές αποτυπώσεις τους στη μεγάλη οθόνη. Σε μια εποχή λοιπόν του σινεμά ξεπερνούσε την επίκληση στο συναίσθημα και παραδίδοταν στον εντυπωσιασμό, ο Γκρέι δεν γύρεψε ποτέ να αναμετρηθεί με το mainstream και επέμεινε σε μια εγγενή κλασικότητα. Είναι ίσως ο τελευταίος Αμερικάνος κλασικός, και δεν χρησιμοποιούμε τη λέξη ελαφρά τη καρδία. Αν αύριο διαλύσουμε το σινεμά και το ξαναφτιάξουμε απ' την αρχή ή ακόμη καλύτερα (για εμάς τους απαισιόδοξους), αν καταστραφεί ο κόσμος μας και ο κινηματογράφος μηδενίσει, κάποιος κάπου κάποτε θα μαζέψει λίγο φως και θα το ρίξει σε ένα πανί για να πει μια ιστορία. Σ' αυτή τη Νέα Μέρα ο τρόπος του Γκρέι θα συνεχίσει να υπάρχει ίδιος κι απαράλλαχτος. Κατά μία έννοια αποτελεί την πιο καθαρή μορφή «μεγάλου» αφηγηματικού σινεμά, γι' αυτό οι Γάλλοι σινεφίλ που θεωρούν τον κινηματογράφο δικό τους, τον λατρεύουν σχεδόν όπως οι αρχαίοι το θεό Απόλλωνα.

Το «Paper Tiger» αν και όχι η καλύτερη δουλειά του, είναι vintage Τζέιμς Γκρέι, φτιαγμένο μ' αυτή ακριβώς την ιδιοσυγκρασία. Σε κάποιους θα αρέσει, σε κάποιους όχι, κάποιοι θα σταθούν σε δυο, τρεις καταπληκτικές σκηνές που σφραγίζουν τη μοίρα των ηρώων... Σε κάθε περίπτωση πάντως είναι εμμονικά σωστός κινηματογράφος, πλήρης, απολύτως κλασικός και ορθόδοξος. 

Το cinemagazine ταξιδεύει στο 79ο Φεστιβάλ Καννών με την ευγενική υποστήριξη της AEGEAN.