Τελευταία Κλήση
Last Call
Η «Τελευταία Κλήση» του Σέριφ Φράνσις είναι ένα καλοδουλεμένο, ατμοσφαιρικά φορτισμένο ντεμπούτο με εξαιρετικές ερμηνείες και σφιχτοδεμένη αφήγηση, που επιβεβαιώνει ότι το εγχώριο mainstream σινεμά μπορεί να είναι ουσιαστικό και αποτελεσματικό.
Βασισμένη στην υπόθεση ομηρίας που καθήλωσε το πανελλήνιο σε απευθείας μετάδοση, η «Τελευταία Κλήση» συνιστά ένα εντυπωσιακά συγκροτημένο κινηματογραφικό ντεμπούτο, μια περίπτωση ελληνικού mainstream σινεμά που ανταποκρίνεται με καλλιτεχνική και τεχνική επάρκεια σε μια υπαρκτή ανάγκη της αγοράς και του κοινού.
Αντλώντας έμπνευση από την πολύκροτη υπόθεση Σορίν Ματέι του 1998 - μια ιστορία που χαράχτηκε στη συλλογική μνήμη τόσο για την τραγική της έκβαση όσο και για την πρωτοφανή τηλεοπτική της κάλυψη - η ταινία δεν μένει σε μια απλή αναπαράσταση. Το σενάριο, με τη συμβολή του ίδιου του σκηνοθέτη, της έμπειρης Κατερίνας Μπέη και με τον Άγγελο Φραντζή σε ρόλο δημιουργικού συμβούλου, διευρύνει το υλικό με όρους μυθοπλασίας: αναδιαμορφώνει χαρακτήρες, ενσωματώνει μια αστυνομική ίντριγκα και μεταθέτει χρονικά τα γεγονότα στην Παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2000, στο - τι ειρωνεία - ελπιδοφόρο Μιλένιουμ. Η επιλογή αυτή λειτουργεί όχι μόνο ως δραματουργικό εργαλείο, αλλά και ως συμβολικό πλαίσιο, ενισχύοντας μια αφήγηση που, μέσα από την πυκνότητά της, οικοδομεί σταδιακά μια υπόγεια ένταση και ένα επίκαιρο σχόλιο για τη διαφθορά και τη συγκάλυψη στους μηχανισμούς εξουσίας.
Ο Φράνσις, με καταβολές από τον χώρο των μουσικών βίντεο και της διαφήμισης, χειρίζεται με σιγουριά τον ρυθμό και την ένταση. Ισορροπεί αποτελεσματικά ανάμεσα στους κλειστούς, ασφυκτικούς χώρους (το τηλεοπτικό στούντιο, το διαμέρισμα) και την εξωτερική δράση. Χρησιμοποιώντας την κάμερα ως «μάρτυρα» απομονώνει τα βασικά πρόσωπα του δράματος με απαραίτητα κοντινά, συλλαμβάνει το ενδιαφέρον και την αδιακρισία του κοινού που παρακολουθεί αποσβολωμένο τους τηλεοπτικούς δέκτες. Τα πλάνα του αναδεικνύουν την ψυχολογία των χαρακτήρων, τα travelling λειτουργούν ως αθόρυβες περιηγήσεις σε χώρους έντασης, ενώ τα ανοίγματα στο αστικό τοπίο υπαινίσσονται μια κοινωνία που, πίσω από τη φαινομενική ακινησία της, υποθάλπει αδιαφάνεια και συστημική ανηθικότητα.
Η δύναμη της ταινίας εντοπίζεται ακριβώς σε αυτή την υποδόρια αγωνία που διαπερνά με συνέπεια τα συμπαγή 88 λεπτά της διάρκειάς της, αλλά και στις μετατοπίσεις των χαρακτήρων, οι οποίες - σε μία εύστοχη ιδέα που συνομιλεί άμεσα με τον τίτλο - πυροδοτούνται μέσα από τις «τελευταίες κλήσεις» με πρόσωπα-κλειδιά της ιστορίας.
Καθοριστική είναι και η συμβολή του καστ, που αποτελεί ένα από τα ισχυρά σήματα αυτής της «κλήσης», μαζί με τη Σκηνογραφία του Μιχάλη Σαμιώτη και τη Διεύθυνση Φωτογραφίας του Ραμόν Μαλαπέτσα. Ο Ορφέας Αυγουστίδης, στον ρόλο του Νικολάι, κρατά με ακρίβεια τις ισορροπίες, αποδίδοντας έναν χαρακτήρα που αφήνει σταδιακά να φανούν οι εσωτερικές του ρωγμές. Ο Γιώργος Μπένος αποτυπώνει εκφραστικά την πορεία ενός παρουσιαστή που περνά από το σοκ της απειρίας στην αποφασιστικότητα, ενώ ο «κρυψίβουλος» Νίκος Ψαρράς και η «μαχητική» Μαρία Ναυπλιώτου συνθέτουν ένα ιδανικό δίπολο αντίρροπων δυνάμεων στο control room. Ο Δημήτρης Λάλος προσδίδει ένταση και έλεγχο μέσα στο χάος της κατάστασης, ενώ η Ρένια Λουιζίδου δίνει εσωτερικό βάθος «άμα τη εμφανίσει», αποδεικνύοντας ότι εδώ δεν υπάρχουν «διακοσμητικοί» χαρακτήρες.
Η «Τελευταία Κλήση» αφηγείται την ιστορία της με συνέπεια και απευθύνεται στον θεατή με σαφή πρόθεση επικοινωνίας. Αντλώντας επιρροές από την παράδοση των αμερικανικών αστυνομικών θρίλερ της δεκαετίας του ’70, αλλά και από σύγχρονα, αγωνιώδη δράματα όπως το «September 5», καταφέρνει να σταθεί ως μια ειλικρινής, τίμια και αποτελεσματική πρόταση στο εγχώριο mainstream σινεμά. Μια ταινία που γνωρίζει πώς να μιλήσει στο κοινό της. Εσείς δεν έχετε παρά να απαντήσετε στην κλήση.











