Συνέντευξη: Πώς ο Κλέμπερ Μεντόσα Φίλιο υπέγραψε με τον «Μυστικό Πράκτορα» την ταινία της χρονιάς
Τιμήθηκε δικαίως με το Βραβείο Σκηνοθεσίας (και Ανδρικής Ερμηνείας) στο περσινό Φεστιβάλ Καννών, αυτή τη στιγμή διεκδικεί 4 Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, Α' Ανδρικού Ρόλου για τον φοβερό Βάγκνερ Μούρα, Καλύτερου Διεθνούς Φιλμ και Καλύτερου Κάστινγκ) και κατά την ταπεινή μας γνώμη αποτελεί την κορυφαία ταινία του 2025. Προετοιμαστείτε για τον αριστουργηματικό «Μυστικό Πράκτορα», διαβάζοντας προηγουμένως τι είχε να μας πει ο σκηνοθέτης του, στη διάρκεια μιας ημίωρης συνάντησης που είχαμε μαζί του, μία ακριβώς ημέρα μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στις Κάννες.
Είμαστε ευγνώμονες που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στο σινεμά σπουδαίοι σκηνοθέτες όπως ο Κλέμπερ Μεντόσα Φίλιο. Και είμαστε πανευτυχείς που, μια καριέρα η οποία ξεκίνησε εντυπωσιακά το 2012 και συνέχισε ακάθεκτη με κάθε νέα του ταινία (ανάμεσα σε αυτές τα εξαίρετα «Aquarius» και «Bacurau»), έφτασε να μας δώσει τον «Μυστικό Πράκτορα», την κορυφαία δημιουργία του ως τώρα.
Ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης χρησιμοποιεί την πλοκή ενός πολιτικού θρίλερ και απλώνει στην οθόνη μια χορταστική σε συμβάντα αφήγηση, φιλμάροντας με παιχνιδιάρικες b movie ευαισθησίες αλλά και επικές φιλοδοξίες και αναπαριστώντας εντυπωσιακά μια ολόκληρη εποχή όπως τη θυμάται ο ίδιος από τα παιδικά του χρόνια. Η ταινία του από ιστορική καταγραφή γίνεται μια δήλωση πίστης στη δύναμη του ίδιου του σινεμά να αποκαθιστά την αλήθεια, να συντηρεί ζωντανή τη μνήμη και να γίνεται ένα ανεξίτηλο βίωμα το οποίο, με τον ίδιο τρόπο που φτιάχνει αναμνήσεις, ξέρει και πώς να τις διατηρήσει στο άπειρο.
Κι όλα αυτά, όπως μας εξομολογείται ο σκηνοθέτης στη διάρκεια της κουβέντας μας, ξεκίνησαν πριν από τέσσερα χρόνια, γιατί «είχα εξαρχής έναν τίτλο στο μυαλό, που είναι το "Μυστικός Πράκτορας" και μου άρεσε πολύ αυτός ο τίτλος. Έτσι ξεκίνησα, με σκοπό να προσαρμόσω μια ταινία στον συγκεκριμένο τίτλο. Και για να πετύχει αυτή η ταινία, χρειαζόμουν μυστήριο, ίντριγκα, δράση, ένταση. Και τότε ήταν που ξεκίνησα να γράφω το φιλμ. Επίσης είχα και την επιθυμία να συνεργαστώ ξανά με τον Βάγκνερ Μόουρα. Είναι ένας υπέροχος καλλιτέχνης και ένας υπέροχος άνθρωπος».
Ο σκηνοθέτης στα γυρίσματα με τον Βάγκνερ Μόουρα, τον εκπληκτικό πρωταγωνιστή του
Ισχύει ότι η πρώτη σας επαφή μαζί του ήταν για τις ανάγκες μιας συνέντευξης, όταν εσείς δουλεύατε ακόμη ως κριτικός;
Έτσι ακριβώς όπως μιλάμε τώρα εμείς, ναι. Είχε ο Βάγκνερ μια ταινία που γυρίστηκε στη βορειοανατολική Βραζιλία, πριν από 20 χρόνια. Και έτσι, λοιπόν, γνωριστήκαμε, εγώ ως κριτικός και εκείνος ως ηθοποιός, όταν η ταινία του έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Καννών. Χρόνια μετά, το 2012, όταν εγώ έγινα σκηνοθέτης κι εκείνος είδε την πρώτη μου ταινία, το «Neighboring Sounds», ήρθε κατευθείαν σε μένα και μου είπε: «Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να συνεργαστούμε μαζί, σύμφωνοι; Είμαι μεγάλος θαυμαστής σου». Ο Βάγκνερ, ξέρετε, είναι σπουδαίος ηθοποιός όσο και σπουδαίος άνθρωπος. Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να βρω το σενάριο και την κατάλληλη ταινία ώστε να συνεργαστούμε. Από τη στιγμή που αυτό συνέβη, ωστόσο, η συνεργασία μας δεν επρόκειτο να περιοριστεί σε μία μόλις φορά.
Αν κάποιος θελήσει να περιγράψει βιαστικά την ταινία, θα την αποκαλούσε πολιτικό θρίλερ. Όμως το θαυμάσιο με τον «Μυστικό Πράκτορα» είναι πως πρόκειται για πολλά περισσότερα.
Ναι, ποτέ δεν σκέφτηκα την ταινία ως απλά κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν σκέφτομαι τις ταινίες ως πολιτικές. Αλλά είναι, φυσικά. Και ομολογώ ότι μεγάλωσα βλέποντας τον Κώστα Γαβρά και τον Όλιβερ Στόουν, οι οποίοι έχουν κάνει μερικές πολύ καλές πολιτικές ταινίες. Το «Σαλβαδόρ» του Στόουν είναι μια πολύ καλή ταινία. Ο «Αγνοούμενος» του Γαβρά είναι μια υπέροχη ταινία. Αλλά τα πολιτικά τους σχόλια, οι αιχμές τους είναι πολύ, πολύ μετωπικές. Και το «Aquarius» θα μπορούσατε να πείτε ότι ήταν μια πολιτική ταινία από μέρους μου, γιατί βλέπουμε σε αυτήν μια γυναίκα να εναντιώνεται στα οργανωμένα συμφέροντα. Όμως τον «Μυστικό Πράκτορα» δεν τον ξεκίνησα με την ιδέα ότι θα έκανα μια πολιτική ταινία. Τώρα θα συμφωνήσω ότι είναι. Μπορώ να το καταλάβω. Κι αυτό, ξέρετε, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα άσκηση για να κατανοήσεις κι εσύ ως σκηνοθέτης τι έκανες.
Αν με ρωτούσατε, θα σας έλεγα ότι ταινία σας είναι πρωτίστως μια υπέροχη παρομοίωση για τον ίδιο τον κινηματογράφο. Για τη συμβολή του στη διατήρηση της Ιστορίας, για τον τρόπο με τον οποίο δημιουργεί και εμπνέει τις πιο ανεξίτηλες μνήμες. Αναρωτιέμαι αν το είχατε αυτό στο μυαλό σας όταν γυρίζατε την ταινία.
Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Αλλά για μένα ο κινηματογράφος είναι μια χρονική σφραγίδα. Όλα μου τα χρόνια έβλεπα τις ταινίες, τη μουσική και τα βιβλία ως χρονικούς φύλακες της ζωής. Και νομίζω ότι κάθε ταινία που κάνουμε, δεν έχει σημασία αν είναι καλή ή κακή, αν είναι τηλεοπτική κωμωδία ή ντοκιμαντέρ, αποτελεί ένα ντοκουμέντο για το μέλλον. Ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Αν κατά κάποιον τρόπο αυτή η συνέντευξη επιβιώσει 145 χρόνια μετά το θάνατό μας, θα είναι ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο από το 2025. Οπότε μου αρέσει πολύ αυτή η ιδέα. Νομίζω ότι αυτό που κάνουμε είναι να παράγουμε ντοκουμέντα. Δεν ξέρω αν θα διατηρηθούν στο μέλλον, κάτι που είναι μια σκέψη που πάντα μου έρχεται στο μυαλό. Τι θα επιβιώσει από αυτά που κάναμε στη Γη; Ελπίζω να μην χαθούν όλα. Ξέρετε, πιστεύω ότι οι ταινίες δεν αλλάζουν τον κόσμο, όμως μπορούν να σου δώσουν πληροφορίες για μια χρονική στιγμή, να σου μεταδώσουν μια γεύση από την Ιστορία, να σε μεταφέρουν για λίγο στο παρελθόν. Θα έλεγα ότι η δική μου ταινία δεν ασχολείται με ιστορικά γεγονότα, αλλά με την ατμόσφαιρα της Ιστορίας.
Στον «Μυστικό Πράκτορα» πραγματοποιείτε, επίσης, έναν πανέμορφο φόρο τιμής στις κινηματογραφικές αίθουσες της πόλης σας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70 και των παιδικών σας χρόνων, και ταυτόχρονα ένα αφιέρωμα στις ταινίες που προβάλλονταν εκείνη την εποχή.
Ναι. Για παράδειγμα, ξέρω ότι αν και η «Προφητεία» είναι μια ταινία που κυκλοφόρησε παγκοσμίως το 1976, στη γενέτειρά μου, το Ρεσίφε, προβλήθηκε τον Φεβρουάριο του 1977, που είναι ακριβώς η περίοδος κατά την οποία αποφάσισα να τοποθετήσω την ταινία μου. Επομένως, ήθελα να ενσωματώσω αυτή την πληροφορία στην πλοκή της ταινίας, γιατί συνέβη πραγματικά. Το ίδιο έκανα και με αρκετές άλλες τέτοιες πληροφορίες. Θυμάμαι η μητέρα μου προσπάθησε να με πάει να δω την ταινία «Le Magnifique» με τον Ζαν Πολ Μπελμοντό, αλλά δεν ήξερε ότι η είσοδός της επιτρεπόταν σε θεατές 18 ετών και άνω. Επομένως, εγώ που ήμουν 10 ετών δεν μπορούσα να τη δω. Αυτά είναι λοιπόν πράγματα που θυμάμαι. Η ταινία «Ο Πασκουαλίνο και οι Επτά Καλλονές» της Λίνα Βερτμίλερ είναι επίσης μια ταινία που δεν είχα μπορέσει να δω, επειδή ήταν κατάλληλη για ενηλίκους. Αλλά είδα την αφίσα πολλές φορές περνώντας από το σινεμά τότε, παιδί 10 χρόνων εγώ. Έτσι, αυτές τις αναμνήσεις, που με ένα μυστήριο τρόπο έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό μου από τα χρόνια που ήμουν παιδί, ήθελα να τις ενσωματώσω και να τις χρησιμοποιήσω στην ταινία.
Όλες αυτές οι αναφορές, τις οποίες τρυπώνετε στις ταινίες σας, πότε ακριβώς αναδύονται; Πότε σας έρχονται ως ιδέα; Κατά τη διάρκεια που γράφετε ή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Κυρίως κατά τη διάρκεια που γράφω αναδύονται οι αναφορές. Αλλά μπορεί να συμβεί και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Πριν ξεκινήσω τα γυρίσματα, ξαναβλέπω ταινίες που μου άρεσαν στο παρελθόν. Και μερικές φορές βλέπω μια σκηνή και σκέφτομαι ότι θα είχε ενδιαφέρον αν δανειζόμουν στοιχεία της με κάποιο τρόπο για τη δική μου ιστορία που προσπαθώ να διηγηθώ. Μπορεί να είναι μια λεπτομέρεια στη διακόσμηση, ένα ντεκόρ, μια κίνηση της κάμερας, μια χρήση ενός συγκεκριμένου φακού. Είναι ένα χαοτικό σύστημα αυτό που συμβαίνει στο μυαλό μου κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Όμως είναι πάντα μια ωραία στιγμή όταν ετοιμάζεσαι να κάνεις γύρισμα. Και όταν αρχίζεις να αποτυπώνεις σε φιλμ όλον αυτό τον κόσμο που καλλιεργούσες τόσο καιρό στο μυαλό σου.
Πιστεύετε ότι το Ρεσίφε, η πόλη στην οποία γεννηθήκατε, γίνεται όλο και περισσότερο, ταινία μετά την ταινία, η βάση, το θεμέλιο της δουλειάς σας;
Ναι, πράγματι. Αλλά μόνο επειδή εκεί μεγάλωσα και έχω μια ισχυρή σύνδεση με την πόλη. Και πραγματικά πιστεύω ότι είναι μια πολύ ιδιόμορφη πόλη. Έχει πολύ ισχυρή προσωπικότητα, ιδιαίτερα από πολιτιστική άποψη και πολιτική.. Νομίζω ότι είναι μια πόλη με έντονη Αριστερή τάση. Και εννοώ, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια των εφιαλτικών χρόνων διακυβέρνησης του Μπολσονάρο, το Ρεσίφε ήταν μια από τις μοναδικές πόλεις όπου κάποιος σαν εμένα, ή οποιοσδήποτε από τον χώρο της Αριστεράς, μπορούσε απλά να περπατήσει φορώντας ένα κόκκινο μπλουζάκι, το οποίο συνδέεται με την εργατική τάξη. Αν το έκανες αυτό στο Σάο Πάολο, θα βρισκόσουν σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση, γιατί κάθε είδους ηλίθιοι θα σε πλησίαζαν και μπορεί ακόμα να άρχιζαν και καβγά. Έτσι, το Ρεσίφε ήταν σαν μια ελεύθερη ζώνη για ελεύθερη σκέψη. Και αυτό με εμπνέει πολύ. Πάνω απ' όλα, βέβαια, το Ρεσίφε είναι η πόλη στην οποία ζω. Κάνουμε ταινίες εκεί όπου ζούμε. Και είμαι τυχερός που ζω σε μια πολύ ιδιόμορφη και πλούσια πόλη, γεμάτη ιδέες, η οποία απέχει πολύ από το να είναι τέλεια. Αλλά δεν παύει να είναι η γενέτειρά μου.
Θυμάμαι την τελευταία φορά που είχαμε συναντηθεί και μιλούσαμε, με αφορμή το «Bacurau», να είστε τόσο απελπισμένος με τον Μπολσονάρο στην εξουσία. Καμία ελπίδα δεν διαφαινόταν στον ορίζοντα.
Ήταν μια τραγική, τραγική περίοδος.
Αλλά τώρα τα πράγματα φαίνεται να είναι πολύ χειρότερα σε παγκόσμια κλίμακα.
Όχι όμως για την Βραζιλία. Όχι πια.
Σήμερα ο κόσμος είναι γεμάτος από ηγέτες όπως ο Μπολσονάρο, γεγονός που είναι ακόμα πιο αποθαρρυντικό.
Είναι σαν παράσιτο που απλώνει την αρρώστια του παντού. Και το χειρότερο είναι ότι κανένας ηγέτης και καμία χώρα δεν παίρνει μαθήματα από τους ολέθριους χειρισμούς ανθρώπων όπως ο Μπολσονάρο. Σημασία έχει ωστόσο να μη μένουμε με το στόμα κλειστό. Δεν γίνεται να πορεύεσαι στη ζωή και να μην υπερασπίζεσαι θαρραλέα τη γνώμη σου, ιδίως αν δηλώνεις πως είσαι καλλιτέχνης.
INFO
Ο «Μυστικός Πράκτορας» προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από τη SPENTZOS FILM. Διεκδικεί 4 βραβεία Όσκαρ και έχει προς το παρόν κερδίσει 2 Χρυσές Σφαίρες και 2 βραβεία στο Φεστιβάλ Καννών.









