Backrooms - ταινιες || cinemagazine.gr

Backrooms

Backrooms

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2026
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: HΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κέιν Πάρσονς
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Γουίλ Σούντικ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τσιούετελ Έτζιοφορ, Ρενάτε Ρέινσβε, Μαρκ Ντουπλάς, Φιν Μπένετ, Λουκίτα Μάξγουελ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Τζέρεμι Κοξ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Κέιν Πάρσονς, Έντο βαν Μπρέμεν
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 110'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Spentzos Film
    Backrooms

Μια ψυχοθεραπεύτρια θα αναζητήσει τον χαμένο της ασθενή σε μια διάσταση πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη, εκεί όπου η μόνη έξοδος είναι μέσα από τα «Backrooms».

Από την Βαρβάρα Κοντονή

Τα «Backrooms» ξεκίνησαν σαν ένα διαδικτυακό μυστήριο το 2019, όταν η φωτογραφία ενός κιτρινωπού, άδειου χώρου με λαμπτήρες φθορισμού, έκανε την εμφάνισή της στο διάσημο ιντερνετικό thread, 4chan. Οι χρήστες άρχισαν να κατασκευάζουν και να αποδίδουν μια μεταφυσική ιστορία στην εν λόγω φωτογραφία, με ένα ανώνυμο μέλος να περιγράφει τον χώρο σαν ένα μέρος «...όπου δεν υπάρχει τίποτα πέρα από τη δυσωδία της μουχλιασμένης μοκέτας, την τρέλα του μονοχρωματικού κίτρινου, τον ατέρμονο βόμβο από τις λάμπες φθορισμού και εξακόσια εκατομμύρια τετραγωνικά μίλια τυχαία χωρισμένων, άδειων δωματίων για να παγιδευτείς...».

Τρία χρόνια μετά ο δεκαεξάχρονος Κέιν Πάρσονς θα ανεβάσει στο YouTube μια δική του, μικρού μήκους ταινία τρόμου με τίτλο «The Backrooms (Found Footage)», η οποία τοποθετείται χρονικά στα ‘90s και ακολουθεί έναν νεαρό σκηνοθέτη που «πέφτει» κατά λάθος μέσα στα Backrooms, όπου κάτι αρχίζει να τον κυνηγά. Πρόκειται ουσιαστικά για την αρχή μιας διαδικτυακής σειράς short films που θα σκηνοθετούσε ο Πάρσονς με την ίδια θεματική και αποτέλεσε το δημιουργικό έναυσμα για την ομότιτλη ταινία της Α24 την οποία σκηνοθέτησε ο ίδιος, με τον Πάρσονς να γίνεται έτσι ο νεαρότερος σκηνοθέτης του διάσημου στούντιο σε ηλικία μόλις 19 ετών.

Αυτά τα ολίγα είναι χρήσιμο να τα γνωρίζει κάποιος πριν δει την ταινία, κυρίως για να έχει μια ιδέα σχετικά με το γενικό υπόβαθρο της ιστορίας, που σεναριακά παραμένει πιστό στις ιντερνετικές καταβολές του, ακόμα και αν εισάγει ένα δεύτερο, λιγότερο πειστικό επίπεδο αφήγησης για χάρη της μεγάλου μήκους.

Η υπόθεση τοποθετείται χρονικά στο καλοκαίρι του 1990. Ο Κλαρκ (Ετζιόφορ) είναι ο ιδιοκτήτης μιας τεράστιας έκθεσης επίπλων, που όμως δεν πηγαίνει και τόσο καλά. Με την επιχείρηση να επιβιώνει μόλις και μετά βίας και με τον ίδιο να έχει βγει από μια σχέση που έληξε άσχημα, ο Κλαρκ ζητάει βοήθεια από μια θεραπεύτρια, τη Μαίρη (Ράινσβε) που αντιμετωπίζει κι εκείνη τα δικά της, άλυτα, οικογενειακά θέματα. Όταν μια μέρα ο Κλαρκ αποκαλύψει στη Μαίρη πως έχει βρει στο υπόγειο του καταστήματός του μια πόρτα που οδηγεί σε μια άλλη διάσταση, εκείνη δεν θα τον πιστέψει, μέχρι τη στιγμή που τα ίχνη του θα χαθούν και θα αποφασίσει να τον αναζητήσει.

Στις μικρού μήκους που μετουσιώνονται σε μεγάλου, δεν είναι πάντα εύκολο ο τρόμος να λειτουργεί το ίδιο καλά όπως και στο original υλικό. Ευτυχώς εδώ ο Πάρσονς κατορθώνει να (από)δομήσει τον απόλυτο ανοίκειο χώρο (ας είναι καλά η Gen Z και τα liminal spaces της), ένα περιβάλλον πλήρους αποπροσανατολισμού και συνάμα μιας λαβυρινθώδους κατάδυσης στο ατομικό ασυνείδητο.

Το «πείραμα» κρίνεται σίγουρα επιτυχημένο στο πρώτο μισό της ταινίας, όπου ο χαρακτήρας του Κλαρκ έρχεται αντιμέτωπος με την αλλόκοτη, παράλληλη διάσταση (εξωπραγματικό production design), ένα άδειο σύμπαν που θα μπορούσε να ενεργεί ως υπερφυσική εκδήλωση του κλονισμένου ψυχισμού του, κάτι που αποτελεί μια πρώτης τάξεως φυσική εξέλιξη του μύθου των Backrooms φτιαγμένου ειδικά για τη μεγάλη οθόνη. Αντ’ αυτού δεν είναι ακριβώς ξεκάθαρη η κατεύθυνση που θέλει να δώσει ο Πάρσονς, ιδιαίτερα λίγο μετά τη μέση της ταινίας, όταν πλέον και η Μαίρη έρχεται σε επαφή με αυτόν τον αινιγματικό χώρο που μοιάζει με το επέκεινα της νόησης.

Εδώ τα πράγματα γίνονται αρκετά πιο χαώδη, με τη Μαίρη να «εισέρχεται» στον κόσμο του Κλαρκ, βιώνοντας όλες τις εκφάνσεις ενός νου και ενός σώματος σε σύγχυση, δίχως όμως να δίνεται χώρος για το ξεδίπλωμα των δικών της βιωμάτων κι ας έχουμε δει μέχρι τότε τα αποκαλυπτικά flashbacks που σκιαγραφούν τη σχέση της με τη μητέρα της. Σεναριακά μιλώντας υπάρχει μια τρύπα ως προς τη μεμονωμένη παρουσία της ξέχωρα από τον Κλαρκ, όπως συμβαίνει και με όλη την υποπλοκή με τον Ντουπλάς που δεν εξυπηρετεί σε τίποτα, άσχετα αν ο Πάρσονς την ενέταξε, θεωρητικά, για χάρη των σκληροπυρηνικών φαν της μυθολογίας των Backrooms.

Εκ του αποτελέσματος το «Backrooms» πετυχαίνει τον σκοπό του, να γίνει δηλαδή μια ταινία που ξεφεύγει της διαδικτυακής της κληρονομιάς, διατηρώντας τα aesthetics, αλλά προσδίδοντάς τους έξτρα επίπεδα ανάγνωσης, «τραβώντας» από έναν εσώτερο τρόμο που φέρνει τους εαυτούς μας αντιμέτωπος με το χειρότερο «τέρας»: το άλλο μας Εγώ. Το μόνο που μένει να δούμε είναι κατά πόσο ο Πάρσονς θα επιδείξει μεγαλύτερη υποθεσιακή συνοχή στο επόμενό του εγχείρημα.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Backrooms
  • Backrooms