Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν - ταινιες , παιζονται τωρα || cinemagazine.gr

Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν

Mr. Nobody Against Putin

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Τσεχία, Γερμανία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντέιβιντ Μπόρενστιν, Πάβελ Ταλάνκιν
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ντέιβιντ Μπόρενστιν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Πάβελ Ταλάνκιν
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Τζόνας Στρακ, Μίχαλ Ράταϊ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 91'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Film Trade
    Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν

Ένας δάσκαλος σε μια κωμόπολη της Ρωσίας, κινηματογραφεί, όχι χωρίς κίνδυνο της ζωής του, το προπαγανδιστικό μαρσάρισμα της πολιτείας Πούτιν αμέσως μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ στην πρόσφατη απονομή.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Είναι και περίπλοκο και απλό να καταπιαστεί κανείς κριτικά με μια ταινία-ντοκιμαντέρ που έφτιαξε ένας Ρώσος εναντίον του καθεστώτος Πούτιν. Για κάποιον μάλιστα θα έδινε (και είμαι βέβαιος θα δώσει) την ευκαιρία ανήμερης ρητορικής υπέρ ή εναντίον πλευρών μιας πολύκροτης σύγκρουσης, αρκετά σημαντικής για να μπορεί κανείς να πει τόσο ότι εμπεριέχει την ασφάλεια του κόσμου μας, όσο και μια ιδέα των δυνάμεων σε σύγκρουση για τα γκέμια του ίδιου κόσμου. Αυτά είναι πράγματα που υπερβαίνουν μια κριτική κινηματογραφικού έργου. Κι όσο κι αν ο πειρασμός της έκθεσης μιας άποψης είναι μεγάλος, είναι ταυτόχρονα και αποκρουστικός. Πρέπει να διαλέγει κανείς τους συνομιλητές του.

Στις εικόνες του εμφιλοχωρεί η βία της κρατικής προπαγάνδας, η συννεφιά της «πατριωτικής εκπαίδευσης» ενός Κράτους ρέποντος στον Ολοκληρωτισμό

Ωστόσο κάποια πράγματα δεν σηκώνουν παρακάμψεις. Είναι σαφές ότι η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία. Είναι σαφές ότι η εισβολή αυτή συνδέεται άμεσα με την ισορροπία δυνάμεων, άνευ της οποίας σχεδόν πάντα γεννιέται πόλεμος ευρείας κλίμακας. Είναι σαφές, και ποτέ πληκτικά αυτονόητο, ότι ο Πόλεμος είναι το όνειδος της ανθρωπότητας. Είναι σαφές δυστυχώς και ότι ο Άνθρωπος δεν έπαψε ποτέ να πολεμά, δεν έφτασε ποτέ να αρθεί ψηλότερα από την αναγκαιότητα του πολέμου. Είναι σαφές, επίσης, ότι μια χώρα σε πόλεμο εκκινεί έναν μηχανισμό προπαγάνδας υπέρ του πολέμου στον οποίον βρίσκεται, είτε με άμεση ευθύνη της ή ούσα αμυνόμενη. Υπάρχουν και πολλές ακόμα «σαφήνειες» που ξεχύνονται από τα παραπάνω, ολοένα όμως θα με απομάκρυναν από το αντικείμενο του έργου προς κρίση.

Είναι εύλογο σε παρόμοιες περιστάσεις, ιδεολογικές κατασκευές που Δύση και Ανατολή κατά περίσταση εναγκαλίζονται, γιατί χρειάζονται την «προπαγάνδα» τους, να τιμώνται

Ο Πάβελ Ταλάνκιν, απόφοιτος και δάσκαλος σε σχολείο του Κάραμπας, όπου εκτυλίσσεται το ντοκιμαντέρ, είναι ένας 31χρονος (το 2022) δάσκαλος και βιντεογράφος των δραστηριοτήτων του σχολείου, που βλέπει την ατμόσφαιρα, την ύλη και τον κόσμο του σχολείου αυτού να αλλάζει δραστικά με το που ξεκινούν οι εχθροπραξίες. Καθώς λοιπόν προέρχεται από μια εποχή δημοκρατικού σχολείου και παιδαγωγικών προτεραιοτήτων (αν και πρέπει να σημειωθεί, μιας και ο ίδιος το προσπερνά, ότι πέρασε την σχολική του ηλικία επίσης επί διακυβέρνησης Πούτιν), αποφασίζει σταδιακά να αντισταθεί και μέσω μιας ευκαιρίας που του δίνεται μέσω social media και διαδικτύου ξεκινά να φιλμάρει τη νέα πραγματικότητα σχολιάζοντάς την επικριτικά. Στις εικόνες του εμφιλοχωρεί η βία της κρατικής προπαγάνδας, η συννεφιά της «πατριωτικής εκπαίδευσης» ενός Κράτους ρέποντος στον Ολοκληρωτισμό, όταν το Κράτος αυτό αισθάνεται πως πρέπει να δασκαλέψει τα παιδιά του ως δυνάμει στρατιώτες της πολιτικής του.

Κάπου εδώ, αντίθετα με προηγουμένως, παρεισφρέουν όχι και τόσο σαφή πράγματα. Για παράδειγμα παραλείπεται η διαλεκτική που προαναφέραμε ότι κάθε Κράτος σε πόλεμο, είτε τον έχει ξεκινήσει, είτε βρίσκεται αμυνόμενο, τον ίδιο ποιοτικά μηχανισμό προπαγάνδας θέτει σε κίνηση. Ο Ταλάνκιν και οι συμπαραστάτες του, άνθρωποι όλοι τους που δεν έχω λόγο να θεωρήσω αμφιλεγόμενων κινήτρων και ευελπιστώ ασκούν αναλογική κριτική και στις ΗΠΑ, και στην Ουκρανία, και στο Ιράν, και στο Ισραήλ (και πάει λέγοντας), πράττουν εδώ κάτι που θεωρώ προβληματικό: Βαπτίζουν μιλιταριστικά ένοχη την Ρωσία (που είναι) χωρίς να συντάσσουν μια πολιτική/ιδεολογική/ιστορική τοποθέτηση στην υπόθεση. Με άλλα λόγια ενοχοποιούν μια πρακτική, δίχως στο ελάχιστο να πολιτικολογούν συγκεκριμένα για το τι την γεννά. Κατά τον τρόπο αυτό προπαγανδίζουν οι ίδιοι. Έτσι, η ιδεολογία του φιλμικού κειμένου κλίνει στο λαϊκά προσφιλές (και αντικειμενικά ορθό σε μια ουτοπική θεώρηση) προαναφερθέν «ο πόλεμος είναι το όνειδος της ανθρωπότητας» (μοντερνιστί «είμαστε με τον Άνθρωπο»), ταυτόχρονα όμως δεν μπορεί να κρύψει μια (φαινομενική φυσικά) απολιτική καταβολή που δεν κρίνει (ή δεν κατακρίνει, αφού χρειάζεται) το γιατί συνέβη η εισβολή της Ρωσίας. Κρατά για τον εαυτό του μοναχά έναν σαρκασμό περί αποναζιστικοποίησης που πιπιλίζει το καθεστώς Πούτιν – με τον οποίο σαρκασμό δεν διαφωνεί απαραίτητα κανείς, αλλά δεν είναι βέβαια και ο πραγματικός λόγος της σύρραξης.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα της καταγραφής του είναι η φωτογράφηση του πόσο απρόσωπα (κι απωθητικά δήθεν προσωπικά) ένα Κράτος μετατρέπει τους ανθρώπους του σε όργανα πολιτικής του

Έξω από την γενική αδυναμία (ή αδιαφορία, ή ενσυνείδητη σιωπή) του έργου στο τι αντιπαρατάσσει κανείς στην πολιτική Πούτιν, παραβλέποντας αρρυθμίες του μοντάζ που παρεμβάλλει εξομολογητικές στιγμές του Ταλάνκιν στο δωμάτιό του για να γεμίσει συναισθηματικά κενά του σεναρίου και να υποστυλώσει χαρακτήρα στον αφηγητή, και ξεχνώντας αρκετές χαμένες ευκαιρίες δημιουργίας αγωνίας και έντασης (ας πούμε η σκηνή που ο Ταλάνκιν παρατηρεί ότι παρακολουθείται από την Αστυνομία), δεν βρήκα στο ντοκιμαντέρ την κατασκευή που να δικαιολογεί την τιμή που τελικά το περιβάλλει (Όσκαρ! Σάντανς! BAFTA!). (Αντιθέτως, σε αυτόν τον τομέα, οι «20 Μέρες στην Μαριούπολη» είναι μια μακράν πληρέστερη κινηματογραφική ενέργεια.) Είναι εύλογο σε παρόμοιες περιστάσεις, ιδεολογικές κατασκευές που Δύση και Ανατολή κατά περίσταση εναγκαλίζονται, γιατί χρειάζονται την «προπαγάνδα» τους, να τιμώνται. Δεν είναι όμως και δεδομένο ότι στο μάτι που επιχειρεί -ίσως ανεπιτυχώς!- να δει κάπως μακρύτερα δικαιολογούνται και καλλιτεχνικά. Η υποταγή ενός καλλιτεχνικού θεσμού σε μια ξεκάθαρη, όσο και αν δικαιολογημένη (ή και δίκαιη) πολιτική, είναι από τον υπογράφοντα καταδικαστέα. Και αυτό αφορά και όποια κριτική αποτίμηση. Μια ταινία μπορεί να είναι κολοσσιαίας ανθρωπιστικής σημασίας και να εκτιμάται ως ασήμαντη καλλιτεχνικής.

Η πράξη του Ταλάνκιν είναι μια πράξη προσωπικής γενναιότητας, η οποία υπογραμμίζεται από το ότι σε τέτοια πράγματα δεν ξέρεις ποτέ αν θα τη βγάλεις καθαρή και αν θα πάψεις ποτέ σ’ όλη σου τη ζωή να κοιτάς ολούθε μη και σε βρει -όλως τυχαίως- κάποιο αιχμηρό αντικείμενο, ένα βλήμα, ένα αυτοκίνητο ή, άνωθεν, ένα πιάνο. Στην ουσία της καταδεικνύει την τυπική γενική γραμμή προπαγάνδας κάθε έθνους σε πόλεμο και υπό αυτή την έννοια, παρότι (στα μάτια μου) όχι πραγματικά μόνο αντι-ρωσικού χαρακτήρα, δηλώνει έντονα τον εγγενή ολοκληρωτισμό της έννοιας «έθνος σε πόλεμο». (Δημοκρατικά αν το αφήναν, κανείς δεν θα πολεμούσε τον διπλανό -και τον μακρινό- του.) Το μεγαλύτερο επίτευγμα της καταγραφής του είναι η φωτογράφηση του πόσο απρόσωπα (κι απωθητικά δήθεν προσωπικά) ένα Κράτος μετατρέπει τους ανθρώπους του σε όργανα πολιτικής του, πόσο φρικαλέα είναι η όψη του να ρυτιδώνεις παιδιά, να αποτεφρώνεις την ανθρώπινη δυνατότητα. Στο πρόσωπο της Μάσα, αυτός ο λαός, μηδεμιάς εθνότητας εξαιρουμένης από τις αλλοτινές «σοβιετικές δημοκρατίες» ολάκερου του γεωγραφικού όγκου, καθρεφτίζεται σε όλο του μακραίωνο βάσανο. Ένας λαός εύψυχος, λαμπρών προσωπικοτήτων, ανυπέρβλητης Τέχνης σε όλες της τις εκφάνσεις, που παραμένει βουβά έντρομος, εκφραστικά παγωμένος, δημοκρατικά απονευρωμένος (αλλά προκλητικά, όχι συγκαλυμμένα όπως εμείς οι υπόλοιποι), σχεδόν καρτερικός στο βιζέρ ενός φακού, ωρυόμενος σιωπηλά για μια σωτηρία που δεν θα έρθει. Από αυτή την πλευρά ο Πάβελ Ταλάνκιν κατέγραψε, ίσως και ακούσια, κάτι. Για την χώρα του, για όλο μας τον κόσμο.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν
  • Κος Κανένας Εναντίον Πούτιν