Δεν μπορείς να αντισταθείς στην σαν σήμερα γεννημένη ιέρεια του κλασικού Χόλιγουντ και του Ζιβανσί. Και δεν χρειάζεται ίσως. Με μια καριέρα-κομήτη, ουσιαστικά, 15 χρόνων, υπέρλαμπρης δόξας και αειθαλούς γκελ στους χολιγουντιανούς φιλοθεάμονες, η λεπτεπίλεπτη και πρόωρα χαμένη Όντρεϊ του σινεμά μας, νίκησε ακόμα και την σκληροτράχηλη κριτική με την έμφυτη χάρη και το υπολογίσιμο ταλέντο της.
Η Όντρεϊ Χέπμπορν είναι μια σπάνια, σπανιότατη περίπτωση σούπερ-σταρ που ενώ σαγήνευσε τα πλήθη, υπήρξε εντυπωσιακό εισπρακτικά όνομα, αποτελεί Εικόνα και αρχέτυπο χολιγουντιανής κομψότητας, κατάφερε στην πράξη να έχει στην υποστηρικτική υπηρεσία της ακόμα και τους κριτικούς της εποχής της που, διαχρονικά, δυστυχούν να διαβάζουν χαμηλή ποιότητα και ναρκισσισμό στην διάδοση και την επιτυχία.
Η Χέπμπορν τιμήθηκε όσο ελάχιστοι στον καιρό της, τιμήθηκε κάμποσο και μετά θάνατον (θάνατος που έριξε σε μελαγχολία τα media και τους θαυμαστές εκείνης της εποχής) και χωρίς να πρέπει καλά και σώνει να βγάλουμε αριστουργηματική την φιλμογραφία της, πρωταγωνίστησε σε τουλάχιστον ευπρεπείς, συχνά ωραιότατες και ενίοτε σημαδιακές δημιουργίες της κλασικής εποχής.
Το «γαλαζοαίματο» κορίτσι, από την πλευρά της μαμάς, γεννήθηκε στις Βρυξέλλες, είχε καταγωγή Αγγλική, Αυστριακή και Ολλανδική, έζησε τα πρώτα της παιδικά χρόνια υπό αριστοκρατική προστασία, που άνετα και ισόβια ενέπνεε ευγενώς το παρουσιαστικό της, με τον ερχομό όμως του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου βρέθηκε ενώπιον ανάγκης και δυστυχίας που κανένα «αίμα» δεν μπόρεσε να αποσοβήσει.
Μετά τον πόλεμο θέλησε να γίνει μπαλαρίνα, όμως το ύψος και η ασθενής κράση της το απαγόρευσαν, οπότε άνοιξε ο δρόμος για την υποκριτική. Η δεκαετία του '50 άνοιγε με μικρούς ρόλους στο θέατρο και το σινεμά μέχρι να έρθει η διετία '53-'54 οπότε και η γεμάτη χάρη 24χρονη θα ξεκινούσε την 15ετία της μεγάλης της ακμής.
Από τις «Διακοπές στη Ρώμη» (Όσκαρ, Σφαίρα και BAFTA πρώτου ρόλου - η πρώτη που το έκανε), η Χέπμπορν έδειχνε πως ένα αστέρι είχε γεννηθεί, ένα πρόσωπο που το λάτρευε ο φακός, μια φτιαξιά που κέρδιζε το κοινό με το μικρό της δαχτυλάκι αλλά κι ένας χαρακτήρας που δεν λαΐκιζε ποτέ παίζοντας με την κάμερα. Η Χέπμπορν ανταύγαζε ευγένεια, χαριτωμένη ζαβολιά, ευαίσθητη συγκίνηση. Αν κάτι μπορείς να της «χρεώσεις» είναι πως ίσως ποτέ δεν μπόρεσε να κοντράρει αυτά τα χαρακτηριστικά.
«Σαμπρίνα» την επόμενη χρονιά ανάμεσα σε Χόλντεν και Μπόγκαρτ, λαμπρή Σταχτοπούτα α λα Μπίλι Γουάιλντερ και, δύο χρόνια μετά, Νατάσα στον τεχνικολόρ θρίαμβο του Κινγκ Βίντορ «Πόλεμος και Ειρήνη». Κανείς δεν το θυμάται, κακώς, είναι έντιμη μεταφορά του μεγαθηρίου του Τολστόι. «Funny Face» το '57 δίπλα στον Φρεντ Αστέρ, αδιανόητη χάρη κι εδώ, τέτοιο πράγμα δεν είχε προϋπάρξει, ένας νέος -και μοναδικός- τύπος σταρ είχε αφιχθεί. Την ίδια χρονιά, έλασσον (αλλά -τι να το κάνεις;- υπέροχος) Γουάιλντερ ξανά με το «Έρωτας το Απόγευμα» δίπλα στον Γκάρι Κούπερ για να έρθει το '59 με μια αποτυχία (την «Κόρη της Ζούγκλας» του συζύγου της τότε, Μελ Φερέρ) και μια αποθέωση με την «Ιστορία μιας Μοναχής» που θα της φέρει άλλη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ. Αν μη τι άλλο «έπεφτε» πάνω σε καλούς σκηνοθέτες, εδώ τον Φρεντ Τσίνεμαν, ανεξαίρετο των μεγάλων της ιστορίας.
Το '60 κάνει τους «Ασυγχώρητους» του Τζον Χιούστον, γουέστερν από τα ωραία και τα περιέργως άγνωστα ακόμα και στους φίλους του είδους, δεν της πάει και τόσο αλλά το αντέχει, για να έρθει το '61 και το «Πρόγευμα στο Τίφανις», να την μάθει και η κουτσή Μαρία αυτήν και το φορεματάκι με τις τιράντες του Ζιβανσί που έγινε Εικόνα του 20ου αιώνα. Υπό την εποπτεία του Μπλέικ Έντουαρντς, του Τρούμαν Καπότε και του Moon River, η Χέπμπορν φτάνει ξανά στην οσκαρική υποψηφιότητα και κάνει ένα έργο που υπερτερεί της επιφανειακής του διασημότητας.
Την ίδια χρονιά, δεύτερη συνεργασία, μετά τις «Διακοπές στη Ρώμη», με τον Γουίλιαμ Γουάιλερ, «Οι Ψίθυροι» δίπλα στην Σίρλεϊ ΜακΛέιν και θέμα ταμπού για την εποχή και την φήμη των δημιουργών του. Εξαιρετικές και οι δύο, τα αναφέραμε πρόσφατα για τα γενέθλια της ΜακΛέιν, η Χέπμπορν όμως ξεχωρίζει στα μάτια του υπογράφοντος γιατί αλλάζει, ίσως για μόνη φορά στην 15ετία, την χάρη με την πληγωμένη αξιοπρέπεια, την εσωτερική ταραχή και το ήθος. Τα Όσκαρ δεν εκτίμησαν πάντως.
Το '63 είναι ώρα «Charade», χιλιοειδωμένο και ανεξάντλητο στο φινίρισμα, στον χωνεμένο χιτσκοκισμό, το άφθαστο στυλ και φυσικά την μουσική του Μαντσίνι και η αλήθεια είναι πως παρότι υπάρχουν τρία καλά έργα ως το '67 που ολοκληρώνεται η πρώτη της εποχή, εδώ η δόξα βρίσκεται στο ζενίθ.
Τα τρία καλά έργα είναι η «Ωραία μου Κυρία» (δείτε εδώ), το πικρό και θαυμάσιο «Δύο για το Δρόμο» (κάποιοι Οζόν ορκίζονται σε δαύτο) Ντόνεν ξανά στην καρέκλα (όπως και στο «Charade» και το «Funny Face»), αξέχαστος δίπλα της ο Άλμπερτ Φίνεϊ και βέβαια το εντελώς κόντρα ειδολογικά «Περίμενε Μέχρι να Νυχτώσει» του Τέρενς Γιανγκ («Δρ. Νο», «Από τη Ρωσία με Αγάπη») που είναι θρίλερ τρόμου κλειστοφοβικής κλάσεως με την Χέπμπορν να υποδύεται μια τυφλή εγκλωβισμένη σ' ένα διαμέρισμα υπό την απειλή κακοποιών που θέλουν να τη ληστέψουν. Η 5η και τελευταία της υποψηφιότητα ήταν εδώ.
Από το '67 ως το '93 που έφυγε στα 63 της χτυπημένη από τον καρκίνο, η Χέπμπορν έπαιξε σε τέσσερα μόλις κινηματογραφικά έργα εκ των οποίων δεν ξεχνάς το «Ρόδο και το Βέλος», άψογη δίπλα στον Σον Κόνερι (τίποτα φοβερό το έργο αλλά έχει δίδυμο και Τζον Μπάρι μουσική, αρκούν) και το κύκνειο άσμα της που είναι ένα αιθέριο πέρασμα από τον άγνωστο Σπίλμπεργκ του «Always» το '89, που είναι γλυκύτατο έλασσον έργο κι ας εξαιρείται από τους κριτικούς της εποχής.
Στην ουσία όλα τα χρόνια της από το '70 και μετά αφιερώθηκαν στην ανθρωπιστική της δράση, τη Unicef και τα παιδιά του κόσμου, δραστηριότητα που εκτόξευσε ακόμα περισσότερο την δημοφιλία της. Όμως εκείνη παρέμεινε σεμνή, απλησίαστη κι ανεπηρέαστη από κουτσομπολιά και κιτρινισμούς. Πρέπει να ήταν ωραίος άνθρωπος η Όντρεϊ, έτσι δείχνει η δημόσια στάση της, εκείνο όμως που ήταν σίγουρα ήταν η μοναδική επιτομή της χολιγουντιανής προσήνειας, κοντινή και εντελώς μακρινή συνάμα, ταλαντούχα και αθόρυβη. Πάντα μας λείπει και (για μια φορά είμαστε σίγουροι πως) πάντα την θυμάστε.









