Κρίστοφερ Νόλαν: Ο Λονδρέζος που άλλαξε το Χόλιγουντ - αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
7:59
30/7

Κρίστοφερ Νόλαν: Ο Λονδρέζος που άλλαξε το Χόλιγουντ

Ένας ευφυής δημιουργός που εξέλιξε το σινεμά δράσης και «μυάλωσε» το blockbuster έχει γενέθλια. Happy Birthday Mr. Nolan!

Από τον Ηλία Δημόπουλο

56 ετών σήμερα ο - οσκαρούχος πλέον - Σερ Κρίστοφερ Νόλαν, Αυτού Μεγαλειότης για εκείνους που έψαχναν χρόνια έναν σκηνοθέτη νεότερης γενιάς που θα παντρέψει το blockbuster με το μυαλό (ασύμβατα αυτά τα δύο όπως έχει πάει το πράγμα...), τοτέμ κανονικό για αρκετούς άλλους που πίνουν νερό στ' όνομά του και τον θεωρούν κορυφή μιας εποχής που χρειάζεται να ξέρει πως έχει τα δικά της σημεία αναφοράς (κάθε εποχή έχει - αυτά που της αναλογούν) και οπωσδήποτε «πάνω από τη μαρκίζα» όνομα για τους παραγωγούς μιας και η εμπορική του επιτυχία διαδέχεται η μια την άλλη.

Κι έναν σκηνοθέτη που καταφέρνει δικές του ιστορίες να τις κάνει κτήμα ενός μαζικού συνειδητού ή, πιο συγκεκριμένα, κάνει ταινία την «Δουνκέρκη» και φέρνει πάνω από μισό δις δολλάρια σ' όλο τον κόσμο, τον σέβεσαι. Έστω κι αν πρέπει πρώτα-πρώτα να δεχθείς το έρεισμά του – δηλαδή την πολιτισμική του σημασία.

Βέβαια, πέρα από το έρεισμα, υπάρχει και η κριτική. Για έναν σκηνοθέτη που (παραδέχεται πως) η βάση του ξεκινά από τον Φριτς Λάνγκ – γιατί οι παράλληλες δράσεις κρατούν τουλάχιστον από τον καιρό του, τόσο ανώτερου, δεύτερου «Μαμπούζε» του απλησίαστου Βιενέζου σκηνοθέτη – ο Νόλαν έχει ένα βασικό σετ ελαττωμάτων: Οι ταινίες του, μεταξύ άλλων, είναι βερμπαλιστικές, δαιδαλώδεις στην πλοκή ενώ ασίγαστα επεξηγηματικές αλλά και, εκτιμώ, παράξενα αδύναμες εικονογραφικά. Ακόμα πιο απόλυτα μιλώντας, είναι ταινίες ενός δημιουργού που αλέθει το υλικό του στον μύλο μιας γενικότροπης αποδοχής, η αισθητική του, παρά την εκζήτησή της (σε σχέση με τον μέσο όρο του blockbuster σινεμά που παρέλαβε), είναι μια αισθητική προορισμένη για μαζική κατανάλωση. Είναι αμάρτημα αυτό; Είναι μια συζήτηση που εξελίσσεται.  

Και, αναφορικά με την εικονογραφία, δεν μιλά κανείς για την έμπνευση των εφέ ενός «Tenet» ή ενός «Inception» (που όμως αν τη συγκρίνεις με την -συγκριτική- απουσία εφέ ενός πρώιμου «Ιντιάνα», ωχριά εικονογραφικά) αλλά για μια πιο συνολική αδυναμία, με εξαιρέσεις φυσικά, να στηρίξει το έργο οντολογικά ή/και με την έννοια του set-piece, επαφιέμενος αντ' αυτού σ' ένα φανταχτερό μοντάζ εντυπώσεων, στο πανταχού παρόν και πάντα πληρόν σάουντρακ (επίσης εντύπωσης) και, οπωσδήποτε, στην ευρηματικότητα της πλοκής. Είναι όλα αυτά προβληματικά; Καθώς το σινεμά είναι και μια εμπειρία τελικής αίσθησης, όχι απαραίτητα, σίγουρα όχι για τους περισσότερους.

Ο Νόλαν είπε καλημέρα μ' ένα ωραιότατο, ασπρόμαυρο θρίλερ, το «Following», σύντομα προϊδέασε πως τα παιχνίδια με τον χρόνο θα είναι στην ημερήσια διάταξη με το «Memento», που άρεσε σε αρκετούς, για να κλείσει την πρώτη του εποχή μ' ένα θρίλερ κλασικής κοπής, το «Insomnia» που ήταν και η πρώτη (και μοναδική ως σήμερα) φορά που δεν στηρίχθηκε σε δικό του σενάριο.

Η δεύτερη περίοδος εγκαινιάζεται με το «Batman Begins», δίνει την, κατά τον υπογράφοντα, μία από τις δύο καλύτερές του ταινίες στη συνέχεια («Inception») και κορυφώνεται, για τους περισσότερους, με τον «Σκοτεινό Ιππότη», μια ταινία κανονικά επικολυρική, μελοδραματική σε βαθμό (όχι απαραίτητα καλής) ανατριχίλας και φοβερά προβληματική στο ότι όλοι θυμούνται τον κακό της αλλά όχι (και) τον ήρωά της. Σα να το κατάλαβε και ο ίδιος ο Νόλαν, όχι πως αυτά διορθώνονται έτσι εύκολα (ιδίως με ένα δις εισπράξεις κι ένα #3 στους χρήστες IMDb...) δοκίμασε να κλείσει την τριλογία του αρκετά διαφορετικά στο ανώτερο «The Dark Knight Rises», όνομα και πράγμα, που πέτυχε εξίσου στα εισιτήρια αλλά κατρακύλησε στο #77 των προναφερθέντων χρηστών. (Οι αριθμοί, εύλογα, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές)

Η ανάσταση του Καλού απελευθέρωσε τον Νόλαν προς άλλες κατεθύνσεις, οπότε, τι να κάνει κι αυτός, σειρά πήρε το διάστημα. Το «Interstellar» είναι εντυπωσιακό, αγαπήθηκε μανιακά, έκανε αδιανόητα εισιτήρια για μια ταινία της οποίας την πλοκή κανείς δεν καταλάβαινε στην πρώτη (τουλάχιστον) προβολή και είναι ενδεχόμενα και τρομερά συγκινητική όταν (κι άμα) μπεις μέσα της. Και πάλι όμως ο βερμπαλισμός χτυπάει κόκκινο, η ακατάσχετη επιστημολογία αδειάζει το έργο από ένα είδος συναισθήματος που (κλασικά) ο Χανς Ζίμερ – με χτυπητά δάνεια από Φίλιπ Γκλας, μεταξύ άλλων – καλείται να ανταποδώσει, ο Μακόναχι κλαίει γοερά σ' όλο το έργο, πως να μείνεις ασυγκίνητος τόσο καλά που το κάνει, όμως η από μια πλευρά αλήθεια λέει πως σ' όλο το έργο η νολανική επιτομή σκιαγραφείται: Εξαιτίας ενός εντυπωσιακού γυρίσματος και κάποιων διάσπαρτων twists, γεμίζεις μ' ένα δέος προσδοκίας που στην πραγματικότητα είναι πολύ «περιορισμένο» να εξαργυρώνεται μ' ένα κλάμα. Το αίσθημα έχει αντικατασταθεί από τον συναισθηματισμό κι οι θεατές χωρίζονται σ' αυτούς που το εκτιμούν αυτό και σ' αυτούς που του αντιστέκονται.

Να είσαι τόσο ευφυής που να μην μπορείς να το καμουφλάρεις αντιβαίνει την έννοια της ευφυίας σου. Ο Νόλαν έμοιαζε (ή νόμιζε) πως είχε εξαντλήσει τα όρια αυτού του σινεμά, του είχε προσδώσει από μια μασκαρεμένη, φανατική εκδοχή σινεφιλίας (το έξοχο «Prestige») μέχρι μια επίφαση μοντέρνου αλισιβερισιού με την ποπ-κόμικ κουλτούρα, όλα τους εξαιρετικά επιτυχημένα στο αντίστοιχο κοινό τους. Όμως ένας άνθρωπος σαν αυτόν, έπρεπε να το έχουμε οσμισθεί, θα ήθελε κάποτε να παίξει και στο γήπεδο των «ενηλίκων».

Και η «Δουνκέρκη» είχε βρει τον λόγο της παρασκευής της. Λες και για να απαντήσει σε μια εσωτερική του επίκριση, ο Νόλαν με την «Δουνκέρκη» επωμίσθηκε την βρετανική κουλτούρα, ανέλαβε όμως και να συνεχίσει ένα σινεμά-δημιουργού που και μόνο η ιδέα μιας τέτοιας ανάληψης από έναν άνθρωπο στη θέση του θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτοκτονική. Η «Δουνκέρκη» θέλει (και καταφέρνει) να αποτελέσει μια επίδειξη των εκφραστικών μέσων του σινεμά. Με μοντάζ και ήχο στο πρώτο, εκκωφαντικό πλάνο, με ένα κάδρο χωροχρονικής αυτοτέλειας που όμοιό του δεν είχε ποτέ πριν καταφέρει, ο Νόλαν κατάφερε με την «Δουνκέρκη» να εισέλθει αυτοδίκαια στη λέσχη των μεγάλων δημιουργών του κινηματογράφου και να καταστεί σε μια νεαρότατη ηλικία ένας από τους, περιορισμένους πια, καλλιτέχνες του σινεμά που επιθυμούμε διακαώς να αντιμετωπίσουμε το επόμενό του εγχείρημα.

Το πολυαναμενόμενο «Tenet», που δεινοπάθησε λόγω πανδημίας, τελικά δεν ικανοποίησε τις υψηλές προσδοκίες κάποιων. Προσέφερε όμως κινηματογραφικό θέαμα και μία καλοδεχούμενη, εμμονική προσήλωση στην αίθουσα, τον καιρό που το σινεμά και οι θεατές το είχαν μεγάλη ανάγκη. Προσωπικά το εκτιμώ ιδιαίτερα, ιδίως για την καθαρότητά της αφοσίωσής του στην αφήγηση, ελεύθερα από τα βάρη του «νοήματος». Συχνά αυτή είναι μια στρατηγική που ωφελεί και το νόημα καθαυτό.

Και βέβαια, ο θρίαμβος του «Oppenheimer», μια ταινία για την οποία εκ των πραγμάτων αναλογεί περίσκεψη, όλοι την είδαν, όλοι έχουν την άποψή τους, δεν μπορεί κανείς απαραίτητα να διαφωνήσει σε κατασκευαστικές αρετές της, το ερώτημα ίσως απομένει για την ιδεολογία που την παράγει εκ των έσω, για την στάση της και την επιλογή της στο δίλημμα Άτομο/Κοινότητα -δεν ρωτάς εύκολα Αμερικανούς τέτοια ερωτήματα. Μια αλήθεια είναι όμως ότι η ανθρωπότητα ίσως χρειαζόταν μια ταινία για τα θύματα της πρώτης Ατομικής Βόμβας, παρά για τους εμπνευστές/χρήστες της και το (ειλικρινές) προσωπικό δράμα του δημιουργού της.

Σήμερα πια, στο 2026 που διανύουμε, ο «πολύτροπος» Νόλαν παρέδωσε την «Οδύσσειά» του, μέσα από την Σκύλλα και την Χάρυβδη μιας άθλιας διαδικτυακής παραφιλολογίας που ωρύεται δίχως να έχει δει το έργο, μιας προδιαγεγραμμένα (;) μονόφθαλμης, σχεδόν θρησκόληπτης, αποδοχής από τα μιλιούνια των ακολούθων του και μιας υπαρκτής, ευτυχώς, κριτικής για μια ταινία τυπικά άμεμπτη κατασκευαστικά.

Όπως και να έχει το πράγμα, που δεν είναι προς θάνατον να γίνεται και λίγη κριτική, είναι νευραλγικός στον πόλεμο της επιστροφής στην αίθουσα, είναι θεσμικά σημαίνων πλέον και ως πρόεδρος της Ένωσης των Σκηνοθετών, είναι φυσικά αυτός ο ωραίος τύπος που δεν έχει smartphone και e-mail, να είναι καλά, να φτιάχνει έργα, να εξελίσσεται. Δεν είναι ευκαταφρόνητο αυτό που έχει καταφέρει σε λιγότερα από τα 30 χρόνια.